ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ
Ό λόγος αυτός, αδελφέ, είναι πολύ αναγκαίος καί ψυχωφελέστατος, διότι αποδεικνύει ποια είναι ή αληθινή Μετάνοια, ποια είναι τά αποτελέσματά της καί ποια είναι τά σημεία τής αληθινής συγχωρήσεως των αμαρτημάτων από τόν Θεό. Καί γιά νά το πω πιο απλά, ο λόγος αυτος σπάζει κόκκαλα. Γι' αυτό και συ συνέχεια νά τόν μελετάς καί πολύ θά ώφεληθής.
Άγιος Νικόδημος
ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ
Λόγος Ψυχωφελής
Ή αυθάδεια εκείνων, που αμαρτάνουν με τήν ελπίδα, ότι μπορούν νά εξομολογηθούν καί νά μετανοήσουν
Πρόλογος
Έγώ ρωτώ, γιά ποιά αιτία ό άνθρωπος σέ δλα τά σωματικά του εργα κλίνει περισσότερο στον φόβο, παρά στην έλπίδα, ένφ στά εργα τής ψυχής περισσότερο ελπίζει καί δεν φοβάται; Αυτό βέβαια δέ συμβαίνει γιά τίποτε άλλο, παρά διότι δεν αγαπά πολῦ τήν σωτηρία του. Καί έτσι δέν φοβάται, διότι δεν αγαπάει.
Υπάρχουν πολλοί, καί σχεδόν αναρίθμητοι χριστιανοί, που δπως λέει ό Ίώβ πίνουν τή σωτηρία σάν νερό (Ίώβ 15,16). Γιατί ό καθένας από αύτοῦς πρίν άμαρτήση λέει: Άς άμαρτήσω καί θά εξομολογηθώ καί θά μετανοήσω. Καί άφοῦ άμαρτήση καί έξομολογηθή, δέν ένδιαφέρεται πλέον γιά τήν αμαρτία, διότι λέει ό Σειράχ: «Ώ πονηρόν ένθῦμημα. Πόθεν ένεκυλίσθης καλῦψαι τήν ξηράν έν δολιότητι;» (Σοφ. Σειρ. 37,3). Ποῦ σημαίνει: Πονηρή σκέψις, άπό ποῦ σκέφθηκες νά κάλυψης τήν ξηρά;
Ώ παρανομώτατη πλάνη καί πρόληψις, που σκεπάζεις τήν γη μέ τίς αμαρτίες, από ποιόν βυθό βγήκες; όχι άπό άλλο βέβαια, παρά από τόν βυθό τοῦ ςίδη.
Δέν πρέπει λοιπόν νά γυρίσης πάλι πίσω στόν άδη καί νά μη πλανάς τους χριστιανούς; Γι’ αυτό εμείς στόν λόγο αυτό θά μιλήσουμε γιά τήν αυθάδεια εκείνων πού λέγουν αυτά.
ΜΕΡΟΣ Α'
Δέν βρέθηκε βέβαια ποτέ κανένας έμπορος τόσο ανόητος, ώστε χωρίς λόγο νά ρίξη τό έμπόρευμά του στήν θάλασσα, έλπίζοντας, ότι πάλι θά τό πάρη πίσω. Υπάρχουν όμως τόσοι άνόητοι χριστιανοί, ποῦ μέ τήν θέλησί τους ρίχνουν τήν καθαρότητα τής ψυχής τους καί τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, ποῦ είναι τό μεγαλῦτερο χάρισμα ποῦ στόν κόσμο αύτό μπορεί νά μας τό δώση ό Κῦριος, έλπίζοντας δτι τήν καθαρότητα έκείνη καί τά ουράνια χαρίσματα ποῦ έχουν, μπορούν πάλι νά τά άποκτήσουν μέ τήν μετάνοια καί τήν έξομολόγησι. Καί έτσι οί ταλαίπωροι αυτοί γίνονται σκλάβοι τοῦ 'Άδη, δεμένοι μέ τίς αλυσίδες του. Καί αύτό τό παθαίνουν, διότι έλπίζουν πώς, όταν θελήσουν, μπορούν νά κόψουν καί τίς αλυσίδες. Καί πηγαίνουν μπροστά στόν Εωσφόρο μέ τά κλειδιά τής ψυχής τους στά χέρια, νομίζοντας, ότι, όταν θελήσουν μπορούν νά τά πάρουν πίσω. Καί άπό τή μιά μεριά δέν απορώ — γιατί τό σφάλμα αύτό δέν είναι νέο στοῦς ανθρώπους.
Μάλιστα αύτός ήταν καί ό πρώτος πειρασμός τοῦ κόσμου. Μέ αυτόν τόν πειρασμό ό διάβολος παρακίνησε τήν Εῦα νά παραβή τήν έντολή τοῦ Θεοῦ, δείχνοντάς της τήν εύσπλαγχνία καί τήν άγαθότητα τοῦ Θεοῦ καί λέγοντας· «Δέν θά πεθάνετε» (Γέν. 3,4). Δηλαδή, κάνετε ό,τι θέλετε καί δέν θά πάθετε κανένα κακό, γιατί ό Θεός είναι πάρα πολῦ σπλαγχνικός καί άγαθός. Καί αυτός ό Άδάμ, ποῦ, όπως λέει ό απόστολος δέν πλανήθηκε όπως ή γυναίκα (Α' Τιμ. 2,14), παρόλα αυτά τρώγοντας τόν άπαγορευμένο καρπό ίγινε καί αυτός συνυπεῦθυνος μέ τήν Εῦα. Γιατί νόμισε, ότι τό φταίξιμό του, μολονότι ηταν πάρα πολῦ βαρῦ, όμως εύκολα θά τό συγχωροῦσε ό Δημιουργός του, όπως λέει ό Ιερός Αυγουστίνος στό ένδέκατο βιβλίο του καί όπως λέει καί άλλος θεολόγος τής Εκκλησίας «Ήμαρτεν Άδάμ λογιζόμενος τό θειον ελεος», δηλαδή άμάρτησε ό Άδάμ, νομίζοντας ότι ή εύσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ δέν θά τόν τιμωρούσε, άλλά μόνο θά τόν φοβέριζε.
Καί τί άλλο θέλεις πιό βέβαιο άπό αύτο, αδελφέ, όταν βλέπης ότι ό διάβολος τόσο αύθαδίασε ώστε πήγε νά πολεμήση καί τόν Κύριό μας Ιησού Χριστό, έχοντας μεγάλη πεποίθησι, ότι θά τόν νικήση μέ αύτά τά ϊδια όπλα τής έλπίδας στόν Θεό, τά όποια μεταχειρίσθηκε σέ άλλους τόσες φορές μέ έπιτυχία; Γι’ αύτό ό μιαρός συμβούλευε τόν Κύριο νά γκρεμισθή άπό τό πτερύγιο τοῦ Ιερού μέ τήν ελπίδα ότι οί άγγελοι άμέσως θά τρέξουν νά τόν κρατήσουν γιά νά μή πάθη κανένα κακό, σύμφωνα μέ τήν έντολή ποῦ τούς εδωσε ό Θεός νά προστατεύουν τούς δούλους του: «Ρίξε κάτω τόν έαυτό σου, διότι έχει γραφή, ότι θά δώση έντολή γιά σένα στους αγγέλους του καί θά σέ σηκώσουν στά χέρια τους, γιά νά μή σκοντάψη τό πόδι σου σέ πέτρα» (Ματθ. 4,6).
Δέν πρέπει λοιπόν νά άπορή κανείς ποῦ ό διάβολος πειράζει τους χριστιανούς μέ τόν απατηλό αύτό λογισμό παρακινώντας τους νά γκρεμίζωνται καί νά πέφτουν σέ κάθε είδους παρανομία καί νά προσθέτουν στήν πρώτη τους παρανομία άλλες χίλιες. Καί αύτό γίνεται μέ τήν πρόβλεψι καί τήν ελπίδα ότι θά εξομολογηθούν καί θά τούς συγχωρήσουν οί πνευματικοί, τρέχοντας σ’ αυτούς σάν σέ αγγέλους τής ειρήνης, γιά νά μή τούς άφήσουν νά πέσουν στόν άδη.